Το Στενό και ο χαρτομάντης

Μία ιστορία τρόμου για μικρομέγαλους.

lonely

Το μαγαζί βρισκόταν σε ένα βρόμικο στενό, κοντά στο κέντρο. Το στενό ήταν τόσο μικρό που νόμιζες πως αν είναι να περάσει άνθρωπος από εκεί, θα είναι σκυθρωπός και μαζεμένος από φόβο, ότι κάτι κακό μπορεί να του συμβεί, ήταν τόσο σκοτεινό από τα γύρω κτήρια που έριχναν τη σκιά τους στο δρόμο, που αποκτούσες την εντύπωση ότι ήσουν σε άλλο κόσμο, απομακρυσμένος από τον υπόλοιπο.

Εκεί λοιπόν βρισκόταν το μαγαζί μου. Εγώ ένας Κουρέας από ανάγκη, από παράδοση κουρέας. Το μαγαζί ήταν του προ-πάππου μου και πήγαινε από τότε η τέχνη του να κουρεύεις από Πατέρα σε γιο. Κανένας δεν είχε σεβασμό από το δέντρο το γενεαλογικό στον Πατέρα του, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνεις ως τέχνη κανείς, το μόνο που μπορούσες να μάθεις ως επάγγελμα, οτιδήποτε άλλο ήταν έξω από το δεδομένο παιχνίδι. Το καλύτερο και το πιο χρήσιμο επάγγελμα μου έλεγε ο Πατέρας μου, φαντάζεσαι που θα ήταν η ομορφιά θαμμένη αν δεν υπήρχαμε εμείς να καλλωπίζουμε τους ανθρώπους, τους άντρες; στήλες της ζωής. Τέτοιες μπούρδες έλεγε ο πατέρας μου και μου γεννούσε την ανάγκη να αλλάξω, να φύγω, αλλά για που; Σε άλλο χώρο; είμαι χαμένος δεν θα επιβιώσω, αλλού φοβάμαι. Λόγια που αποτυπώνονταν, πέρναγαν από γενιά σε γενιά στον καθένα μας για τον επόμενο.

Πάνω από το κουρείο βρισκόταν το σπίτι μας. Μας άνηκε όλο το κτίριο. Οι οικογένειες που έμεναν εκεί και αυτές από γενεά σε γενεά τα πήγαιναν όλα, ήθη, συνήθειες, καλώς. Μουντό και κρύο όπως όλο τα σπίτια σε ολόκληρο το στενό, και από της 2 μεριές, ίδιο κάτοικοι, ίδιες φυλακές. Δίπλα στο κουρείο το ανθοπωλείο. Ο Τρελός το έχει. Ο Σίλικ. Το βλέμμα του σταθερό και διάφανο, νομίζεις ότι σε ότι κοιτάει προσηλώνεται, μπαίνει μέσα του, γίνεται δικό του. Τα μάτια του, δεν φαίνονται, μόνο αυτός τα βλέπει, όταν θέλει. Σε παγώνει και μόνο η παρουσία του, ψηλός, σκελετωμένος από τα χρόνια που έχει στη πλάτη του, με μια λεπτή στρώση ρυτίδων πάνω στα κόκαλα και με τα αραιά μαλλιά, κάνει τις τρίχες του σβέρκου σου να σηκώνονται και να περιμένεις την πρώτη λέξη από τα γκρίζα χείλι του, καρφωμένα πάνω από το χωρίς λαιμό σώμα με την άσπρη του γιατρού ρόμπα.

Αυτός μου έλεγε, όποτε με πλησίαζε, μου μίλαγε για φιλοσοφίες, πράγματα πέρα από την καθημερινή αντίληψη, για μαγείες που έχουν χαθεί, για τα λίγα άτομα που κρατούν την φλόγα της αναμμένη και αληθινή. Εκεί ένα βράδυ μου τα έλεγε… ήθελα να γνωρίσω, να δω από πιο κοντά το κόσμο του. Όχι ότι με ενδιέφερε στα αλήθεια να ασχοληθώ με πράγματα ψεύτικα, που λέει ο τρελός, όσο από περιέργεια, να γελάσω λίγο. Πριν κλείσω το μαγαζί το βράδυ, να πάω για ύπνο, του το είπα. Θέλω να γνωρίσω τον κόσμο σου, θέλω να μου δείξεις, πραγματικά. Ο Σίλικ δεν ανταποκρίθηκε, μόνο αποχαιρέτησε με ένα βλέμμα.

Στο σπίτι ήταν όλη η οικογένεια. Την στιγμή που μπήκα ήταν όλοι καθισμένοι, σιωπηλοί και κουρασμένοι, έτρωγαν. Οι γονείς, μίζεροι περίμεναν το τίποτα κοιτάζοντας μόνο το ποτήρι με το ποτό τους, ο παλιός, λεπίδα του Όκαμ, όπως λέγανε στην γειτονιά τον παππού και η αδερφή μου. Η Άυν, η  χαμένη της οικογένειας. Δεν μπορεί να συντηρηθεί μόνη της, γιατί υπάρχει; Το μόνο  που ξέρει είναι να ζωγραφίζει, χαρτιά και χαρτιά το σπίτι, γεμάτα με μπογιές και κάρβουνο. Ποιό το νόημα; Να μεγαλώσει να φύγει, δεν βοηθά στο εισόδημά μας έτσι κι αλλιώς.  Ο Παλιός σηκώθηκε, είχε τελειώσει το φαγητό του και έπαιρνε το δρόμο προς την βασιλική ως ο μεγαλύτερος, κρεβατοκάμαρα του σπιτιού. Πριν φτάσω να πάρω τη θέση στην οποία καθόταν για να φάω, με ένα μαλακό άγγιγμα στον ώμο και ένα πονηρό γέλιο από το γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο του μου έκανε εμφανές πως έπρεπε να αποτρέψω τις συχνές συναντήσεις με τον γείτονα, τον Σίλεκ, δεν θα μου προχωρούσαν καλά οι μέρες.

Αστεία πράγματα, σκεφτόμουν  πριν κοιμηθώ ,φόβοι πλασμάτων, έτσι αποκαλούμαστε στο στενό. Οι άνθρωποι περπατάνε έξω από το δρόμο τους, εμείς μένουμε εκεί, καρφωμένοι στο τοπίο του ουρανού πάνω από τα κτήρια του δρόμου. Ουρανός με σκιές τη μέρα στο πάτωμα, ουρανός με μυρωδιά σάπιου το βράδυ. Τα πλάσματα που κοιμούνται στο δρόμο είναι ο λόγος, το κλίμα των ενοίκων στα γύρω κτίρια είναι ο λόγος. Το μυρίζεις, υπάρχει, η μυρωδιά του, σε ναρκώνει, θες μόνο να τελειώνεις, να είσαι κενός από όρεξη για τα πάντα. Η μυρωδιά έμπαινε και στο δωμάτιό μου από το ανοιχτό παράθυρο εκείνο το βράδυ, στο μικρό δωμάτιο με το πίνακα, το μόνο πίνακα του σπιτιού, ενός προγόνου η έκφραση, έκφραση που ακολουθεί τους απογόνους της.

Έκλεισαν τα μάτια μου πρώτα; κοιμάμαι στο κρεβάτι μου; Είμαι ξύπνιος; Αισθάνομαι άρρωστος αλλά διαυγής. Σίγουρα όνειρο, πολύ περίεργο για όνειρο. Είμαι καθισμένος γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι, μεγάλο, έχει διακόσμηση επίσημη, κόκκινο το χρώμα του τραπεζιού όπως και όλα γύρω, με μια μίξη από πράσινο σκούρο. Βάρος το χρώμα πάνω μου ενώ ζαλίζομαι και δίπλα μου ένας χαμογελαστός, όμορφος γύρω στα 40 νέος, από άλλη εποχή, με το κοντό μαλλί του και τα ρούχα τα παραδοσιακά, μιας παλιάς εποχής όπως είχα ακούσει, με κοίταζε και μπέρδευε τα χαρτιά που κράταγε στα χέρια. Μπροστά μου στο τραπέζι, ένας ξύλινος κύβος, με αριθμούς από ζάρι και μια ξύλινη πυραμίδα στο ίδιο χρώμα, κίτρινο. Ρίξε μου είπε, και τα δύο, ένα στο κάθε χέρι, ένα τη φορά. Ανακατωμένος από το χρώμα στους τοίχους και την ήδη ζαλάδα που είχα δεν αντέδρασα, αλλά ο νέος με το ίδιο χαμόγελο μου είπε να συνεχίσω, δεν πειράζει που δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, τους αριθμούς, αυτός θα ήξερε τι σημαίνουν τα τυχερά μου στα σχήματα, θα του καθορίσουν τα χαρτιά. Τα πείραξα, δεν τα έριξα, δεν μπορούσα, μου φαίνονταν τόνοι βαριά να είναι και τα δύο, απλά άλλαξα την πλευρά που φαινόταν από πάνω. Πως φεύγω από εδώ;

Έφτασα σπίτι. Πως έφτασα εδώ; δεν θυμάμαι την διαδρομή. Το σπίτι τώρα είχε κλίση προς τα κάτω, ήταν κατηφορικό το πάτωμα, το παράθυρο στον απέναντι τοίχο από την πόρτα έδειχνε τα πρόσωπα στο στενό, άνθρωποι που δούλευαν και άλλοι που έπιναν, όλοι είχαν κλειστά τα μάτια. Οι τοίχοι είχαν το χρώμα από το σπίτι του νέου, ίδια μίξη κόκκινου με σκούρου πράσινου, χρώματα φτιαγμένα από σκοτάδι, έτσι είχε πει μια φορά ο Σιλίκ.

Ένα περίεργο πράγμα. Βλέπω στους τοίχους περισσότερες πόρτες, βλέπω να υπάρχουν δωμάτια που δεν υπήρχαν , ξύλινες πόρτες κλειστές. Κάθομαι στον καναπέ, η ζάλη με έχει φτάσει σε σημείο κατάπτωσης. Η αδερφή μου, αχ η αδερφή μου, να την, δεν την αντιπαθώ, όχι, την αγαπάω και ότι λέω το λέω για το καλό της, τόσα χρόνια το ξέρει. Βοήθα με,  τι έχω; πες μου κάτι. Δεν μιλάει, το μόνο που κάνει όσο και να την σκουντάω, πειράζω να αντιδράσει τίποτα, το μόνο που κάνει είναι να με χαϊδεύει στο μάγουλο. Δεν τα εννοούσα, ότι έλεγα δεν, είσαι σημαντική κοπέλα, δεν μου κρατάς κακία ε;

Πες μου, μίλα, είμαι ή στα όρια να ξυπνήσω ή να λιποθυμήσω, δεν ξέρω, τι είναι στα δωμάτια; Η αδερφή μου με ήρεμη φωνή, με θρήνο σαν να λέει, μίλησε για κάτι που ενώ το είχε δει, έπρεπε να το δω μόνος μου, εγώ το είχα ζητήσει μου είπε. Την έσπρωξα, δεν άντεχα έπρεπε να δω τι κρυβόταν στα δωμάτια. Τρεκλίζω, το πάτωμα γεμίζει ιδρώτα που βγάζει από παντού το σώμα μου, κακός οιωνός, αλλά θέλω να δω. Η πόρτα είναι μισογκρεμισμένη αλλά δεν ανοίγει εύκολα, φταίει το ότι είμαι στα όρια, φταίει ότι βαθιά μέσα μου φοβάμαι να μπω…μπήκα. Μέσα στο δωμάτιο ένα χαμηλό γαλάζιο χρώμα κυριεύει το χώρο. Γύρω, γύρω στους τοίχους ξύλινες κούτες, μεγάλες κούτες, μπαίνει η απορία στο θολωμένο μυαλό πως βρέθηκαν εδώ; Ανόητες απορίες τέτοια ώρα. Κανονικό δωμάτιο, ωστόσο δεν ξέρω πως έφτασα στην άλλη άκρη του. Εκεί 3 κοπέλες, με περίμεναν, μόνο τη μία μπόρεσα να δω, πρόλαβα, γιατί μόλις έφτασα στο τραπέζι που ήταν καθισμένες, πρόχειρη κατασκευή από ίδια κουτιά με αυτά που βρίσκονταν στους τοίχους, ξύπνησα.

Δουλειά. Ξύπνιος, φρέσκος. Έχουν φύγει οι εφιάλτες από το προηγούμενο βράδυ και ανασαίνω. Είμαι στο πεζοδρόμιο έξω από την είσοδο του κουρείου, χωρίς ζαλάδες, καμία αίσθηση ατονίας πάνω μου. Ωραία να αισθάνομαι έτσι γιατί με κούρασε το όνειρο χθες, τι φρικτό αυτό που είδα!

Ήταν βράδυ όμως αργά, και ο τρελός με κοίταζε για πρώτη φορά σκεπτικός. Είχε το ίδιο βλέμμα με πάντα, ανατριχιαστικό αλλά αυτή τη φορά αθώο, επιφανειακό, δεν μπορούσε να δει μέσα μου. Του είπες να σου δείξει. Πλησίασε στο σημείο που ήμουν, κοντά μου, σαν να ήθελε να νιώσει τον κρύο αέρα που με διαπερνούσε, να γελάσει που ήμουν καρφωμένος στη Γη και ανήμπορος να αντιδράσω. Προχώρησες…έφτασες σε σημεία, στην ισορροπία του εδώ και του εκεί. Η ζάλη όπως τότε στο όνειρο άρχιζε σιγά σιγά να με διαπερνά πάλι, το στόμα μου με δυσκολία άνοιξε, ήταν στεγνό, ξερό, προσπάθησα να  ακουστώ, να δικαιολογηθώ για ένα λάθος που δεν ήξερα, μόνο αέρας από τα χείλη μου έφτανε στο πρόσωπο του Σίλκι, σκέτος αέρας. Είπα απλώς για πλάκα στον νέο με τα χαρτιά ότι ήθελα να παίξω, έπαιξα…. Τα πήρε στα σοβαρά όμως ο μάντης τα λόγια σου, με διέκοψε ο Σίλκι, δίνοντας μου ένα χαστούκι πριν το τέλος της πρότασής του, είχε πάρει μια όψη τρελού, τρέλα όπως πρώτη φορά την έβλεπα. Κοίτα τώρα, εσύ είσαι ο λόγος για την καταιγίδα, δες! και σήκωσε τον δείκτη του προς τον ουρανό, τον σκοτεινό ουρανό του στενού. Κοίταξα με δέος, δεν φανταζόμουν ότι τα λόγια είχαν τόση σημασία, είδα τον ουρανό, γεμάτο μπόρες και αστραπές, χωρίς βροχή, με στάλες νερού καμία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s