Μνήμη Ναϊάδων

Salvador Dali - Archealogical Reminiscence of Millet's Angelus

 

Τα μάτια χαϊδεύω γύρω , γύρω
Σαν από ύπνο βουβό
Ο σβέρκος μουδιασμένος
Να κοιτάει κάτω

Ξεχάστηκα στα νερά που αναβλύζουν
Στη μέση μιας πλατείας, βρόχος αναπνοή
εγώ, το νερό και η σκόνη
από χαμένα βαδίσματα

Το σακάκι έλιωνε πάνω μου
Λες και δεν είχα άλλο
Στη μέσα τσέπη κράταγα ότι έγραφα
Το πουκάμισο και το παντελόνι φθαρμένα και αυτά
Ας είναι καινούρια
Τώρα πια δεν γράφω
Μόνο αναπνέω τις σελίδες
Από πυκνή μπλε σκιά ζωγραφισμένες
Κουράστηκα.

Το μαύρο πουλί, κόλακας
Στωικά περίμενε τη Δύση
Πάνω σε φύλλα που τρεμόπαιζαν
Σε δέντρο με
στους ορίζοντες κλαδιά

Πάθος να φτάσω στο απέναντι
Στο καφέ να κάτσω
Να γελάσω με τις μουσικές
Να κλάψω από τη φασαρία
Και να ανατριχιάσω
από την γλυκιά για το νου
γεύση του κονιάκ

Το νερό ακόμα αναβλύζει
Δίνει ζωή στο γύρω φως
Δεν έχω πια δύναμη
Να το αγναντέψω
Το αποστερούμενο όνειρο
Το έζησα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s