Τα βιβλία του Leon

Paul Klee - klee_dream-city

Πέρασα πολύ καιρό γράφοντας. Έζησα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μου διχοτομημένος σε δύο προσωπικότητες. Μία το πρωί στη δουλειά και μία τα ξημερώματα στο γραφείο του σπιτιού μου με λέξεις για συντροφιά. Προσπάθησα στην εργασία μου να εξυπηρετώ τους άλλους, να δουλεύω για να κινηθεί η κοινωνία, σαν γρανάζι στη ροή ενός συστήματος Εκεί να προσπαθώ να εισβάλω σαν κλέφτης το χαμόγελο μου, την εμπιστοσύνη προς τους άλλους, για να βγει η μέρα. Ευγένεια πάνω από αυτό που περιμένεις και εσύ ο ίδιος είναι το κλειδί.

Όταν έκλεισα τη πόρτα του γραφείου στη δουλειά, όταν τελείωσε η ρουτίνα άλλαξα. Στην έξοδο από το κτήριο  κοίταξα τον ουρανό, όχι πιεσμένα για τους άλλους αλλά για μένα, χαμογελούσα στον εαυτό μου, από μέσα.

Στο δρόμο σκεφτόμουν τι θα διαβάσω, τι θα γράψω, ποιες πληροφορίες θα πιάσω από τη βιβλιοθήκη για να περάσω την ώρα μου όπως μου αρέσει, από τη στοίβα του μυαλού μου να ψυχαγωγηθώ. Να πάω πίσω σε αναμνήσεις, σε εμπειρίες στιγμής, μπροστά στο μέλλον που περιμένω. Χωρίς να το καταλάβω, στο δρόμο για το σπίτι περπάταγα με το στέρνο μπροστά, σαν περήφανος για κάτι, τα μάτια χαμένα στον ορίζοντα, κολλημένα, βήματα απαλά να χαϊδεύουν ίσα το έδαφος. Χέρια εκφράζοντας τεταμένα εναλλασσόμενα συναισθήματα.

Η πόρτα βρόντηξε πίσω μου, πως σαν να την έσπασα. Όσο και να μην θέλω να το παραδεχτώ, στο σπίτι μόνος, αισθάνομαι ότι γλυτώνω από τη φασαρία της ύπαρξης, συγκεντρώνομαι. Κάθισα αναπαυτικά, αφού άλλαξα ρούχα και τσίμπησα κάτι, λίγο στην πολυθρόνα μου. Στο κομοδίνο δίπλα από την πολυθρόνα υπάρχει ένα παλιό, ίσως της γιαγιάς φωτιστικό, που  χαρούμενος που το έχω, αφήνει υπέροχα γύρω του να φωτίζονται τέτοιες στιγμές, το φώς του περικλείει  το βιβλίο που διαβάζω, τη στοίβα από λίγα βιβλία πάνω στο κομοδίνο και εμένα. Είχα βιβλία κοντά μου για τέτοιες στιγμές όπως αυτή. Βιβλία που δεν τα τρως μονομιάς, δεν τα διαβάζεις από την αρχή ως το τέλος, που διαβάζεις σελίδες που σε ξεκουράζουν.
Αυτό το είδος βιβλίων είχα γύρω μου, τις καραμέλες μου όπως τα ονομάζω. Μία σελίδα όπως και μία καραμέλα είναι αρκετή για να χαθείς στη γεύση της, μέσα της. Να ξεχαστείς σε παλάτι λέξεων και εικόνων.

Λίγο καμπουριασμένος με τα γυαλιά μου να κρέμονται σχεδόν μόνο από τα αυτιά μου, συλλογιζόμουν. Χωρίς ήχους από σκηνικά, με μάτια  έτοιμα να κάψουν κάθε γράμμα των λέξεων για ενδότερη ιδιοκτησία και τα χέρια μου σφιχτά κρατώντας το βιβλίο, αλλάζοντας σελίδες άρχιζαν να ιδρώνουν.

Τι γινόταν; Τι έπαθα και ίδρωναν τα χέρια μου; Μέχρι να αναρωτηθώ αυτό, μια άλλη απορία μπήκε στο νου μου γρήγορη και ανόητη σαν αστραπή. Τόσο έντονη ήταν η σκέψη που άνοιξε λες από μόνο του το στόμα μου και ψιθύρισα τη σκέψη μου « Τι να κάνουν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου; Καιρό έχω να τα δω». Έτσι λοιπόν σηκώθηκα, με βήματα που πήγαιναν από μόνα τους και σώμα που ακολουθούσε την προσταγή των βημάτων, πήγα προς το δωμάτιο με την βιβλιοθήκη.

Αίσθηση από αμμοθύελλα στο διάβα μου. Η πόρτα μπροστά, στα πέντε βήματα με περίμενε να την ανοίξω, μόνος. Ένοιωθα μόνος σε μια αχανή έρημο, στη μέση της Σαχάρας μοναχικός. Τίποτα γύρω μου εκτός από αμμόλοφους και η αμμοθύελλα να συνεχίζεται όλο και πιο μανιασμένη. Το ένα χέρι, το δεξί κάλυψε το στόμα μου, να μην φωνάξω, να μην μπει άμμος στο στόμα μου, δεν ξέρω, δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο της αμμοθύελλας. Το  αριστερό μπροστά, τείνει για την πόρτα.

Το χέρι μου ανοίγει την πόρτα άγαρμπα, γρήγορα, μπήκα στο δωμάτιο όπου βρίσκεται η βιβλιοθήκη μου. Ήσυχα εδώ στο δωμάτιο, τα φυσιολογικά πράγματα, θερμοκρασία κανονική και  η μυρωδιά υγρασίας αναμιγμένη με το άρωμα σελίδας βιβλίου. Γύρισα να κοιτάξω τα βιβλία μου. Τα μεγάλα που κρατούν σε αντοχή, τα μικρά που κρατούν για λίγες μέρες, σκοτεινιά απλωνόταν πάνω τους.

 «Τα βιβλία κοιμούνται» είπα και να σου όταν έφτασα κοντά τους, σε απόσταση ενός βήματος να αρπάξω κάποιο, φως ξεχύθηκε από κάποια, φως που σε έκανε να βουρκώνεις, έμεινε σαν τύπωμα στη ράχη τους, φως χρυσό από πηγή ακριβή. Μερικά βιβλία είχαν ξυπνήσει, , μου έδειχναν την αξία  που είχαν. Όχι δεν τα είχα προσέξει πριν, ήταν τα μεγάλα βιβλία, βιβλία συγγραφέων  που έχουν αντέξει στο χρόνο, που ξαγρυπνούσαν τα βράδια, όταν όλα τα φώτα ήταν κλειστά και η προσοχή μου δεν ήταν εκεί, με περιμένουν πότε θα τα ανοίξω με καρτερικότητα. Ήταν ζωντανά και έλεγαν ιστορίες, ιστορίες από εμπειρίες και στοχασμούς βγαλμένες.

Οι ιστορίες, λέξεις έβγαιναν από τα βιβλία αυτά, προτάσεις με κατεύθυνση εμένα, να μπουν μέσα μου, να γίνουν θελαν βίωμα μου. Σαν από όραμα στιγμή είδα δεξιά μου, η  περιφερειακή μου όραση το έπιασε τον Van Gogh να ζωγραφίζει, με πάθος να μουρμουρά μέσα σε παραλήρημα  « Εύκολο να περπατάς σε ασφαλτωμένο δρόμο αλλά εκεί δεν φυτρώνουν λουλούδια», μπροστά μου είδα τον Καστανέντα να μου χαμογελά με μάτια γεμάτα πονηριά, θυμίζοντας μου τη μαγεία και τη μοναξιά που κρύβει ο καθένας μέσα του. Ο Ελύτης, ασυνήθιστο συναίσθημα, με τον ήχο της μπονάτσας να τον ακολουθεί με αγκάλιασε, σφιχτά και με φόρα σαν μικρό παιδί.

Με ανάσα απότομη, από λίγο οξυγόνο σωσμένη, σήκωσα το κεφάλι μου. Τα γυαλιά που φόραγα είχαν πέσει στα πόδια μου, το βιβλίο ανοιχτό που διάβαζα εκείνη τη στιγμή ήταν στο χαλί δίπλα μου πεταμένο. Με είχε πάρει ο ύπνος. Το φως όπως πριν φώτιζε γύρω μου , φόρεσα τα γυαλιά μου, τα καθάρισα, σήκωσα το βιβλίο βλέποντας σε πια φράση του βιβλίου με είχε πάρει ο ύπνος, το έβαλα προσεκτικά μαζί με τα άλλα στη στοίβα και τράβηξα αργά για την βιβλιοθήκη μου, κοντά στο κρεβάτι μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s